C o s t i s                 Κ ω σ τ ή ς
  • Ελληνικά
    • Κείμενα για τον Κωστή...Texts on Costis work.
    • Τ έ χ ν η ...... A r t
    • πεζός λόγος
    • π ο ί η σ η...poetry
    • Visual Poetry / Οπτική Ποίηση
    • Βιβλία στο διαδίκτυο
    • Bιογραφικό
    • Κ ε ί μ ε ν α τ ο υ Κ ω σ τή
  • Francais
    • noir et blanc 1969 - 1979
    • éclat éclair
  • English
    • Poetry French & English
    • Texts in English by Costis
    • Videos on Costis' s work.
    • Photos of Costis
    • Biography
  • Lightnings
    • Lightning Archive
    • Lightning W o r k s
    • ELECTROGRAM, Lightning Line Video
  • More Works
    • Videos
    • Films >
      • COSTISCOPE >
        • SAGA OF A CITY
    • Light Lab
    • Μουσική & ραδιοφωνικές εκπομπές
    • Μικρογλυπτά που φοριούνται ...Wearable small sculptures...
    • Mail Art
    • MIRORRICAL RETURN
  • Links
  • Contact

Κείμενα για την Άμεση Δημοκρατία και τις συνελεύσεις του 2011 
​
από τον Γιώργο Οικονόμου

​

Picture




​


Ο Γιώργος Οικονόμου, εστιάζοντας στην προώθηση της άμεσης δημοκρατίας υποστηρίζει ότι αυτές οι συνελεύσεις αποτέλεσαν μια ριζοσπαστική στιγμή για την πολιτική, προσπαθώντας να επαναφέρουν την αληθινή ελευθερία και να αντιπαρατεθούν στην ολιγαρχία, ενώ ταυτόχρονα κριτικάρει τη διαστρέβλωση και την αποπροσανατολισμό από τα κόμματα και τα ΜΜΕ. 
  • Οι συνελεύσεις του 2011 έθεσαν νέες παραμέτρους στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας, με την Πλατεία Συντάγματος να γίνεται κέντρο ζυμώσεων.
  • Ο Οικονόμου είναι ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας της άμεσης δημοκρατίας, την οποία προτείνει  ως αντίθετη στον κομμουνισμό και ως μέσο για πραγματική ελευθερία, σε αντίθεση με τη συλλογικότητα που προωθεί η αριστερά.
  • Θεωρεί τα κόμματα ως στηρίγματα ενός ολιγαρχικού και αντιδημοκρατικού συστήματος, το οποίο προσπάθησε να εκμεταλλευτεί και να αποπροσανατολίσει το κίνημα της πλατείας.
  • Εξέφρασε την άποψη ότι τα ΜΜΕ και οι «ειδήμονες» διαστρέβλωσαν την έννοια της άμεσης δημοκρατίας, με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του κοινού, ακόμη και από τον αριστερό χώρο, όπως αναφέρει στο άρθρο. 
  • Είδε τις συνελεύσεις στην Πλατεία Συντάγματος σαν μια ευκαιρία για μια βαθιά δημοκρατική αναγέννηση, αλλά και ως πεδίο μάχης ενάντια σε δυνάμεις που προσπαθούσαν να αλλοιώσουν το αρχικό της μήνυμα. ​

Picture


​Άμεση δημοκρατία στην πλατεία Συντάγματος
                                                            του Γιώργου Ν. Οικονόμου


Στις 17 Ιουνίου 2011 έγινε στην πλατεία Συντάγματος για πρώτη φορά μια ιστορική δημόσια συζήτηση περί άμεσης δημοκρατίας, η οποία είχε μεγάλη επιτυχία, τόσο από την πλευρά των ομιλητών όσο και, κυρίως, από τη μεγάλη συμμετοχή των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαϊκή Συνέλευση της πλατείας ενέκρινε και δεύτερη ημέρα για συζήτηση περί άμεσης δημοκρατίας. Το σπουδαίο αυτό πολιτικό και πολιτισμικό γεγονός, ενώ θα έπρεπε να αξιολογηθεί κριτικά και να σχολιασθεί με επιχειρήματα από τα ΜΜΕ, εντούτοις αποσιωπήθηκε ή διαστρεβλώθηκε, με προφανή σκοπό την υποτίμησή του. Στη δεύτερη περίπτωση ανήκει και η Ε. Πατρικίου, η οποία με άρθρο της («Ενθέματα», Η Αυγή της Κυριακής, 26.6.2011) καταφέρεται γενικώς και αορίστως με απαξιωτικό και υποτιμητικό τρόπο κατά των απόψεων που ακούσθηκαν στην εν λόγω συζήτηση και κατά της άμεσης δημοκρατίας. Το λυπηρό και αντιδημοκρατικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αρθρογράφος έχει την εντύπωση ότι είναι ο μοναδικός φορέας της ιστορικής αλήθειας και αποφαίνεται ως απόλυτος ανώτατος κριτής ότι αυτοί που μίλησαν στην πλατεία επέδειξαν «τη φτώχεια της ιστορικής μας συνείδησης και της ιστορικής μας γνώσης».
            Καταρχάς πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα στοιχεία. Οι ομιλίες ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένες τόσο για το περιεχόμενό τους όσο και για τη διάρκειά τους. Εγώ είχα αναλάβει να μιλήσω για την αθηναϊκή δημοκρατία μέσα σε 13΄ (δεκατρία λεπτά), χρόνος που ίσχυε για όλους τους ομιλητές. Όπως καταλαβαίνει κάθε εχέφρων άνθρωπος, είναι αδύνατον σε αυτό το χρονικό διάστημα να μιλήσεις, όχι για άλλα σημαντικά θέματα, αλλά ούτε καν για τα βασικά της άμεσης αθηναϊκής δημοκρατίας. Οπότε δεν τίθεται θέμα «ύποπτης» αποσιώπησης θεμάτων, όπως αβασάνιστα και επιπόλαια γράφει η αρθρογράφος. Για άλλα ιστορικά παραδείγματα της άμεσης δημοκρατίας (ΗΠΑ, Γαλλία, σοβιέτ κ.λπ.) ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στο κείμενό μου «Το τέλος της Αριστεράς» (σε δύο συνέχειες στο περιοδικό «Πολίτες», αρ. 19, Οκτώβριος 2010 και αρ. 20, Νοέμβριος 2010).
Όσον αφορά τις περιπτώσεις των Κοζάκων, των Οσόλο κ.ά. ας μου επιτραπεί πάλι να παραπέμψω στο κείμενό μου «Άμεση δημοκρατία ή αναρχία;» (στο περιοδικό Ελευθεριακή κίνηση, αρ. 18, Φεβρουάριος 2009), στο οποίο αναφέρομαι στις περιπτώσεις αυτές με αφορμή το βιβλίο του Μ. Detienne, Συγκρίνοντας τα μη συγκρίσιμα (μετ. Πελαγία Μαρκέτου, Μεταίχμιο, 2003) και κυρίως το υπό την επιμέλειά του «Qui veut prendre la parole» (Seuil, 2003). Eπίσης, για τη σχέση του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ της κατοχικής περιόδου με την άμεση δημοκρατία και την αυτονομία βλ. Γ. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;», περ. Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010.
            H συζήτηση για την αθηναϊκή δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να γίνει χωρίς αναφορά σε ορισμένα ονόματα, όπως του Σόλωνα, του Κλεισθένη και του Περικλή. Είναι ιστορικά πολιτικά πρόσωπα, και όχι «ιερές σκιές». Όσον αφορά τον Πρωταγόρα, αυτός αναφέρθηκε ως ο στοχαστής της δημοκρατίας, ο Πλάτων ως ο εχθρός της δημοκρατίας και ο Αριστοτέλης ως ο νηφάλιος καταγραφέας των θεσμών και των αντιλήψεων των διαφόρων πολιτειών, αν και επικριτικός στη δημοκρατία. Εάν η αρθρογράφος έχει διαφορετικές απόψεις ή νομίζει ότι κάποια στοιχεία «παραφράσθηκαν» ή «κακομεταφράσθηκαν», ας πει συγκεκριμένα τις απόψεις της για να πάρει συγκεκριμένη απάντηση. Να μην αοριστολογεί συγχέοντας, σκοπίμως ή όχι, τους ομιλητές με τους παρεμβαίνοντες στη συζήτηση.
Ειδικώς για τον «εξοστρακισμό» που ακούσθηκε από τους παρισταμένους –όχι από τους ομιλητές– και εγώ ενοχλούμαι όταν τον ακούω, και προσπαθώ να εξηγώ τον ορθό όρο. Ας σημειωθεί επί τη ευκαιρία ότι η παράφραση του όρου «οστρακισμός» πρωτοσυναντάται, από όσο ξέρω, στον Διόδωρο και τον Πλούταρχο. (Στοιχεία για τον οστρακισμό και για άλλους δημοκρατικούς θεσμούς και αντιλήψεις υπάρχουν στην αναλυτική μελέτη μου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, 2007. Θα πρέπει εδώ να διευκρινίσω, για να μην παρεξηγηθώ, ότι αναφέρομαι αποκλειστικώς σε δικά μου κείμενα τόσο για οικονομία χώρου όσο και για να πεισθεί η αρθρογράφος για τις δικές μου απόψεις).
Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν χρησιμοποιείται ως μοντέλο ή πρότυπο, όπως νομίζει η αρθρογράφος, αλλά, πρώτον, διότι είναι το πρώτο δείγμα του δημοκρατικού πολιτεύματος, και δεύτερον, διότι έχει ιδέες και αντιλήψεις που μπορούν να γονιμοποιήσουν τη σημερινή καχεκτική πολιτική σκέψη και πρακτική. Οι τελευταίες έχουν ταλαιπωρηθεί κα εξαφανισθεί τόσο από τις καθεστωτικές ολιγαρχικές αντιλήψεις του νεοφιλελευθερισμού και του καπιταλισμού όσο και από τις ιδέες του κομμουνισμού, του «επιστημονικού μαρξισμού», του λενινισμού και του σταλινισμού. Η αναφορά εκ μέρους μου στην αθηναϊκή δημοκρατία ουδεμία σχέση έχει με «αρχαιολατρική και συντηρητική συζήτηση». Εντάσσεται στη δημιουργική ιστορική και πολιτική συζήτηση που ξεκίνησε με σημαντικούς στοχαστές και ιστορικούς όπως Άρεντ, Καστοριάδης, Μπούκτσιν, Βερνάν, Βιντάλ-Νακέ, Φίνλεϋ, Χάνσεν, Μάγιερ, Μάνβιλ, Όμπερ κ.ά.
            Η «άρρωστη σχέση» του νεοελληνισμού με το αρχαίο παρελθόν του δεν στηρίζεται τόσο στην αρχαία δημοκρατία, όσο σε άλλα στοιχεία, όπως στους νικηφόρους πολέμους κατά των Περσών σε Μαραθώνα, Σαλαμίνα (Θερμοπύλες), στον κατακτητή Μεγαλέξανδρο, στον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι οι νεοελληνόπαιδες δεν διδάσκονται σπουδαία πράγματα για την άμεση δημοκρατία. Αντιθέτως, αυτή κακοποιείται σε όλα τα σχετικά σχολικά εγχειρίδια (Ιστορίας, Φιλοσοφίας, Αρχαίων κειμένων κ.ά.) του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου. Η ίδια κακοποίηση συναντάται και στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά συγγράμματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει τεράστια άγνοια και σύγχυση γύρω από την έννοια και την πραγματικότητα της άμεσης δημοκρατίας. Δεδομένου ότι η φιλελεύθερη ιδεολογία και οι καθεστωτικοί διανοούμενοι παρουσιάζουν τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα ως δημοκρατίες, ο πολιτικός αποπροσανατολισμός των νέων είναι πλήρης. Στη σύγχυση αυτή συμβάλλει τα μάλα και η Αριστερά όλων των ειδών, η οποία ονομάζει τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα «αντιπροσωπευτικές» ή «κοινοβουλευτικές» ή «αστικές» δημοκρατίες. Το ίδιο λάθος διαπράττει και η αρθρογράφος, διότι απεμπολεί τα κριτήρια διακρίσεως των πολιτευμάτων, τα οποία τόνιζαν τόσο οι κλασικοί φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης) όσο και οι στοχαστές της νεωτερικότητας (Σπινόζα, Μοντεσκιέ, Ρουσσώ).
Η αρθρογράφος, από ένα σημείο και μετά, απαντά σε κάποιους άλλους (απαριθμώντας πέντε σημεία), και όχι στην ουσία των λεχθέντων στη συζήτηση της πλατείας Συντάγματος. Θα μπορούσε ωστόσο να γίνουν κάποιες συμπληρώσεις στα λεγόμενά της, αλλά η στενότητα χώρου δεν το επιτρέπει. Εντούτοις, οι συμπληρώσεις αυτές υπάρχουν στο προαναφερθέν βιβλίο μου, όπου και οι απαραίτητες παραπομπές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κ. Πατρικίου δεν έχει ούτε έναν καλό λόγο για αυτή τη μεγάλη στιγμή στην πλατεία Συντάγματος· μόνο αρνητισμό, εμπάθεια και μίζερη γκρίνια. Αυτό σημαίνει ότι κάτι την ενόχλησε — ίσως το γεγονός ότι στην πλατεία απορρίπτεται συλλήβδην το αποτυχημένο κομματικό σύστημα, άρα και ο κομματικός φορέας στον οποίο πιθανόν να ανήκει η ίδια. Και αυτό βεβαίως δεν είναι «διχαστικό», όπως γράφει, αλλά ενωτικό, διότι ο καθένας δύναται να μιλήσει ελεύθερα χωρίς κομματική ταμπέλα και γραμμή. Αντιθέτως, διχαστικά είναι τα κόμματα, που διαιρούν σε δεξιούς, κεντρώους, αριστερούς, και επιπλέον τους αριστερούς σε σταλινικούς, ανανεωτικούς, αριστεριστές, μαοϊκούς κ.λπ. Ας φαντασθούμε για μία στιγμή τι θα γινόταν στην πλατεία αν εισέβαλαν οι κομματικές οργανώσεις και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις με τα μπαϊράκια τους, τα τετριμμένα συνθήματα και την ξύλινη γλώσσα τους.
Τέλος, το βίαιο, πολεμικό, επιθετικό και απαξιωτικό ύφος και λεξιλόγιο της κ. Πατρικίου («κατακρεούργηση μιας στοιχειώδους ιστορικής επίγνωσης», «βάναυσα ξεριζωμένα», «κενή συζήτηση», «φτώχεια της ιστορικής μας συνείδησης» κ.ά.) αποπνέουν παλαιοκομμουνιστικές αποτυχημένες νοοτροπίες και αντιλήψεις. Δεν δημιουργούν τις απαραίτητες συνθήκες γόνιμου και ευπρεπούς διαλόγου, αλλά περιχαρακώνουν σε ιδεολογικά και κομματικά στρατόπεδα, σε εγκλεισμούς και αυτοεπιβεβαιώσεις.

https://oikonomouyorgos.blogspot.gr




​[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Ιουνίου 2019]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
οikonomouyorgos.blogspot.com




ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ ΤΟ 2011


    Για τις κρατικές εξουσίες, τις κομματικές παρατάξεις, τις πολιτικές γραφειοκρατίες της αντιπροσώπευσης και τις οικονομικές ελίτ, η αυτόνομη δραστηριότητα του κοινωνικού πλήθους ανήκει στα απαγορευμένα, απωθημένα και φευκτέα κακά, ανήκει εξ ορισμού στο εχθρικό στρατόπεδο. Αυτό συνέβη και συμβαίνει με το κίνημα των πλατειών το καλοκαίρι του 2011, το οποίο από κάποιες πλευρές απαξιώνεται ή καταδικάζεται με διάφορα τεχνάσματα και σοφίσματα. Ένα από αυτά είναι να συγχέεται λ.χ. η πάνω με την κάτω πλατεία Συντάγματος. Όμως η «πάνω πλατεία» ήταν σαφώς χωριστή και διακριτή από την «κάτω», όχι μόνο τοπικώς αλλά κυρίως ποιοτικώς. Η «πάνω πλατεία» συγκέντρωνε ακροδεξιούς, εθνικιστές, λαϊκιστές, θρησκευτικούς φονταμενταλιστές κ.ο.κ., με ελληνικές σημαίες, βρισιές, μούντζες, και συνθήματα του τύπου «Να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Άναρθρες δηλαδή φωνές και κραυγές, τραμπουκισμοί, τσαμπουκάδες και απειλές  που δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν πολιτικό λόγο και πολιτική πρακτική.
    Ενώ η κάτω πλατεία ουδεμία σχέση είχε με την πάνω, διότι χαρακτηρίσθηκε από τη Λαϊκή Συνέλευση κάθε βράδυ στις 9 η ώρα, η οποία διαμόρφωνε και συζητούσε τις προτάσεις για τον χαρακτήρα και τις πρακτικές του κινήματος με ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή των ομιλητών. Ο στόχος ήταν διατυπωμένος από την πρώτη στιγμή: αλλαγές στο υπάρχον αποτυχημένο πολιτικό σύστημα με στόχο την πραγματική δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία. Και σήμαινε πολύ απλά, θεσμικές αλλαγές που θα επιτρέπουν την συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Αυτό ήταν εμφανές τόσο στα ψηφίσματα της Συνέλευσης, στις τοποθετήσεις, στις συζητήσεις όσο και στις επιμέρους ομάδες εργασίας. Και η πρόταση για άμεση δημοκρατία, συνοδευόταν από την πλήρη άρνηση όλων των κομμάτων, την κριτική στην αντιπροσώπευση και αμφισβητούσε το υπάρχον ολιγαρχικό κοινοβουλευτικό καθεστώς που είναι υπεύθυνο για την γενικευμένη χρεοκοπία. Οι πλατείες στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες έθεσαν τα προτάγματά τους για πρώτη φορά μαζικά και με ριζοσπαστικό τρόπο, με ανοικτές λαϊκές συνελεύσεις. Ήταν ένα μαζικό  κοινωνικό και πολιτικό γεγονός μη κηδεμονευόμενο και μη ελεγχόμενο από κόμματα, γραφειοκρατίες, πολιτικούς, συνδικαλιστικές παρατάξεις και ιδεολογίες. ένα αυθόρμητο συμβάν, στηριγμένο στην αυτοοργάνωση και στον αυτοκαθορισμό με ελευθερία, ισότητα, αυτονομία και άμεση συμμετοχή, στοιχεία που του έδωσαν την εκπληκτική δυναμική του.      
    Στην πλατεία Συντάγματος με αποφάσεις της Λαϊκής Συνέλευσης έγιναν δύο πολύ μεγάλες  μαζικές αντικυβερνητικές συγκεντρώσεις (πάνω από 500.000 άτομα), οι οποίες υπέστησαν την άγρια καταστολή με δακρυγόνα, ΜΑΤ και τους γνωστούς κουκουλοφόρους) - ειδικώς η δεύτερη συγκέντρωση στις 15/6 που με απόφαση της Λαϊκής Συνέλευσης προσπάθησε να περικυκλώσει τη Βουλή και να εμποδίσει τους βουλευτές να εισέλθουν για να μην ψηφίσουν το μεσοπρόθεσμο νομοσχέδιο που επέβαλε η συμφωνία με την τρόϊκα. Τέτοιες πολυπληθείς συγκεντρώσεις αμιγώς πολιτικές,, αντικυβερνητικές και ακηδεμόνευτες δεν έχουν ξαναγίνει. Ούτε πριν, ούτε μετά υπήρξε παρόμοια κοινωνική πολιτική κινητοποίηση. Οι προεκλογικές συγκεντρώσεις των κομμάτων στην ίδια πλατεία με προσέλευση από όλη την Ελλάδα, τις παλιές καλές εποχές του δικομματισμού, της ρεμούλας και της διαπλοκής, ήταν φιέστες και επιδείξεις δύναμης, καταλλήλως σκηνοθετημένες ως θεατρικές παραστάσεις ή διαφημιστικά προϊόντα, με το χειροκρότημα στον αρχηγό, τις πλαστικές σημαιούλες και τα προκάτ ανούσια συνθήματα, δίχως κανένα γνήσιο πολιτικό ενδιαφέρον και κοινωνικό πρόταγμα. ήταν παθητικές συγκεντρώσεις κομματικών υποταγμένων μαζών.
    Στις πλατείες το 2011 πάνω από ένα μήνα ένα κοινωνικό πλήθος κυρίως νέων, διαφορετικών προελεύσεων και αντιλήψεων προσπάθησε να επικοινωνήσει, να βρει κοινή γλώσσα, κοινούς στόχους και να δημιουργήσει έναν κοινό δημόσιο χώρο, στον οποίο να συνυπάρξουν άτομα με διαφορετικές απόψεις, να ληφθούν από κοινού αποφάσεις, να συγκροτηθεί μία συλλογικότητα. Πράγμα που φάνηκε και στην αντιμετώπιση των επιθέσεων των ΜΑΤ και ιδίως της καταστροφής των σκηνών και των μικροφωνικών εγκαταστάσεων στην πλατεία Συντάγματος στις 15 Ιουνίου από τις μαινόμενες δυνάμεις καταστολής: με την αυθόρμητη συνεργασία χιλιάδων ατόμων η πλατεία επανήλθε στην προτεραία της κατάσταση και ξαναβρήκε το πρόσωπό της.  Έγινε επίσης στην ίδια πλατεία στις 17 Ιουνίου μία ουσιαστική συζήτηση για πρώτη φορά περί άμεσης δημοκρατίας με χιλιάδες συμμετέχοντες. Παρόμοιες εκδηλώσεις έγιναν και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Αυτά τα στοιχεία αρκούν για να καταξιώσουν το κίνημα των πλατειών 2011 ως μέγιστο πολιτικό συμβάν.
    Η σημασία του, καθώς και η σημασία των άλλων παρεμφερών κινημάτων που έγιναν και σε άλλες χώρες (Αίγυπτο, Τυνησία, Υεμένη, Ισπανία, ΗΠΑ) είναι ότι για μεγάλα κοινωνικά πλήθη υπάρχει πλέον η πεποίθηση πως τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα και οι υπάρχουσες δυνάμεις, κόμματα, αντιπρόσωποι και γραφειοκράτες εξυπηρετούν μόνο τις δικές τους επιδιώξεις και τα συμφέροντα των οικονομικών ελίτ. Συνεπώς, οι παραδοσιακές δυνάμεις είναι διεφθαρμένες και ανίκανες να εξυπηρετήσουν το κοινό συμφέρον. Η πεποίθηση αυτή που εκφράσθηκε σε μία νέα αντίληψη τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά είναι μία παρακαταθήκη και μία υπόσχεση. Ήδη υπήρξαν συνεχιστές στην Τουρκία, στην Γαλλία και στην Αλγερία. Από ό,τι φαίνεται, από την διαρκή κρίση και ανικανότητα του υπάρχοντος συστήματος, είναι ο μόνος δρόμος.
    
    
        







​[Από το βιβλίο του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014]


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Το όραμα απέκτησε όνομα: άμεση δημοκρατία. Από τις 25 Μαΐου η χώρα ζει στην πλατεία Συντάγματος, και στις άλλες ανά την επικράτεια πλατείες, μία καινοφανή πολιτική κατάσταση. Πλήθη ανθρώπων κυρίως νέων συρρέουν και συμμετέχουν σε Λαϊκές Συνελεύσεις, συζητούν, διαλέγονται, προτείνουν και ψηφίζουν. Είναι οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές που αναδύονται σε μαζική κλίμακα και με έναν ριζικό και πρωτόγνωρο τρόπο. Όμως αυτές εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στην εξέγερση και κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973. Και τότε οι συνελεύσεις των φοιτητών, των εργαζομένων και των μαθητών είχαν τον κύριο λόγο για τον χαρακτήρα και τη μορφή των κινητοποιήσεων, για τα συνθήματα και γενικώς για το όλο πλαίσιο της κατάληψης. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοκαθορισμός και η άμεση συμμετοχή των εξεγερμένων ήταν σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις κομματικές αντιλήψεις και πρακτικές (κυρίως των δύο κομμάτων της Αριστεράς), οι οποίες προσπαθούσαν να υποτάξουν την κινητοποίηση στα προκρούστεια μέτρα τους. Οι στόχοι ήταν η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία, εκτός βεβαίως από την πτώση της δικτατορίας. Tα χαρακτηριστικά αυτά αποσιωπήθηκαν και συγκαλύφθηκαν από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς επίσης και από την Αριστερά.
Έτσι και σήμερα στην πλατεία τα άτομα που συμμετέχουν είναι φορείς των δικών τους απόψεων και όχι των κομμάτων ή των κομματικών οργανώσεων. Η Λαϊκή Συνέλευση είναι αντίθετη με τις κομματικές διχαστικές λογικές, τις μονομανείς ιδεολογικές περιχαρακώσεις, τις «γραμμές», τις ειλημμένες εκ των προτέρων και για πάντα ισχύουσες αποφάσεις, πριν από εμάς για εμάς. Στην ανοικτή συνέλευση οι ιδέες κατατίθενται ελεύθερα, συζητώνται και ψηφίζονται άμεσα. Η πλατεία είναι αντίθετη και απορρίπτει συλλήβδην το αποτυχημένο κομματοκρατικό σύστημα. Έχει συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για τη σημερινή παρακμή και χρεοκοπία και ότι είναι ανίκανο να χειρισθεί και να λύσει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε. Απορρίπτονται επίσης και τα κόμματα της Αριστεράς ως ανίκανα και αφερέγγυα. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει εν πολλοίς αποσιωπηθεί πάλι από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς και από την Αριστερά.


Άμεση δημοκρατία και κόμματα


Αποδείχθηκε εμπράκτως ότι το κομματοκρατικό σύστημα ενδιαφέρεται μόνο για τη συντήρηση και αναπαραγωγή του μέσω του πελατειακού κράτους, με επιβάρυνση του δημοσίου ταμείου και κατά συνέπεια με αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους. Τα κόμματα ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον, για τη διατήρηση και αύξηση του εκλογικού ποσοστού τους και συνεπώς για το μοίρασμα της εξουσίας και των οικονομικών απολαβών. Εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών και κυρίαρχων της οικονομικής ζωής: τραπεζών, επιχειρηματιών, μεγαλοεργολάβων, ΜΜΕ. Έτσι η πολιτική εξουσία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την οικονομική ελίτ και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το γεγονός αυτό δίνει στο αντιπροσωπευτικό κομματοκρατικό σύστημα τα χαρακτηριστικά ολιγαρχικού πολιτεύματος, και όχι δημοκρατικού, όπως συνήθως λέγεται. Και εδώ τίθεται το βασικό χαρακτηριστικό των συγκεντρώσεων στις πλατείες:  στόχος είναι η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή η άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και τον έλεγχο της εξουσίας. Άμεση σημαίνει χωρίς μέσον, χωρίς ενδιάμεσο, χωρίς μεσολαβητή και μεσάζοντα. σημαίνει αυτοπρόσωπη συμμετοχή, όχι μέσω αντιπροσώπου και κόμματος.
Η άμεση δημοκρατία είναι μέσον και ταυτόχρονα σκοπός, για τον λόγο αυτό είναι ξένη με την κομματοκρατία και την αντιπροσώπευση, άρα ξένη με τη συμμετοχή στις εκλογές κάθε τέσσερα έτη, με τη συνακόλουθη απόσυρση των ανθρώπων στον ιδιωτικό χώρο και την εγκατάλειψη του δημοσίου χώρου στα κόμματα, στους γραφειοκράτες, στους βουλευτές, στα ΜΜΕ και στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Και αντιστρόφως, τα κόμματα είναι αντίθετα προς την άμεση δημοκρατία, διότι η λογική τους είναι η εξής: εμείς (δηλ. τα κόμματα) είμαστε ικανά να λύσουμε τα προβλήματά σας, για αυτό ψηφίστε μας να τα λύσουμε και εσείς πηγαίνετε σπίτια σας. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην αντιπροσώπευση και την άμεση συμμετοχή, ανάμεσα στα κόμματα και την άμεση δημοκρατία: το ένα αποκλείει ρητώς και κατηγορηματικώς το άλλο. Με αυτήν την έννοια το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας λαμβάνει δικαίως αντικοινοβουλευτικές και αντικομματικές αποχρώσεις, διότι ο κοινοβουλευτισμός και τα κόμματα είναι εκφράσεις του ολιγαρχικού πολιτεύματος και όχι του δημοκρατικού.
Αριστερά και κοινοβουλευτισμός


Από την άλλη οι διανοούμενοι και τα κόμματα της Αριστεράς αποδεικνύονται ακόμη μία φορά στυλοβάτες του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Η λογική τους κινείται και εγκλωβίζεται στα όρια της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού, είναι σαφέστατα αντιπολιτευτική, χωρίς σημαντική αμφισβήτηση του συνολικού ολιγαρχικού συστήματος. Αυτό το αποδεικνύει και η στάση τους απέναντι στο κίνημα των πλατειών: από τη μία περισσεύει ο σκεπτικισμός, η κινδυνολογία, οι δηλώσεις υποστήριξης όσον αφορά το αντιμνημονιακό μέρος του κινήματος, αλλά από την άλλη τηρείται σιγή ιχθύος για την άμεση δημοκρατία. Ουδείς από τους φορείς της Αριστεράς αναφέρει τι σημαίνει άμεση δημοκρατία, ποιοι είναι ο θεσμοί της, οι αρχές και τα επιχειρήματά της. Αντιθέτως την ειρωνεύονται, την υποτιμούν, την απαξιώνουν, την απεύχονται. Ίδια συμπεριφορά και από τη συντριπτική πλειονότητα των αριστερών διανοουμένων. Η άμεση δημοκρατία είναι παντελώς απούσα από τα προγράμματα, από τις αναλύσεις και τα συγγράμματά τους.
Ενώ η πλατεία έχει θέσει το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας αυτοί μιλάνε για «πραγματική δημοκρατία» χωρίς να διευκρινίζουν τι εννοούν. Βεβαίως δεν εννοούν τίποτε, πράγμα που φαίνεται στις θέσεις τους των προηγουμένων δεκαετιών. Όπισθεν αυτής της συμπεριφοράς κρύβεται ο βαθύτερος φόβος για την υπέρβαση των όντως απηρχαιωμένων ιδεολογιών και αποτυχημένων πρακτικών τους. Φόβος για την υπέρβασή τους από το κοινωνικό κίνημα, για την απώλεια ελέγχου επί αυτού και συνεπώς για την αχρήστευσή τους. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους φορείς της Αριστεράς (αλλά και όλα τα κόμματα), αποτελεί δε έμμονη ιδέα τους, είναι το πώς θα επωφεληθούν από το κίνημα αυτό και θα το «καπελώσουν», πώς θα επιβάλλουν τις κομματικές τους ιδεοληψίες και γραμμές για να αποκτήσουν ψηφοφόρους, πώς θα το αφυδατώσουν από τις ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές ιδέες, από τις αντικομματικές και αντικοινοβουλευτικές αντιλήψεις, και συνεπώς να οδηγήσουν τους ανθρώπους σαν πρόβατα επί σφαγή στις κάλπες των εκλογών και στα κομματικά σπήλαια. Οι αλήθειες αυτές γίνονται φανερές σήμερα σε περισσότερους, οπωσδήποτε σε αυτούς που συμμετέχουν αυθορμήτως στην πλατεία.


Προτάσεις για αλλαγή


Φυσικά μεταξύ των συμμετεχόντων στην πλατεία υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις - πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά –, αλλά  ορισμένες τάσεις και προβληματισμοί είναι εμφανείς. Υπάρχουν οι προτάσεις για αλλαγή του πολιτειακού καθεστώτος, πράγμα που συνεπάγεται αλλαγή Συντάγματος. Οι αλλαγές που προτείνονται είναι νομοθέτηση των Ανοικτών Συνελεύσεων σε δημόσιους χώρους και ο συντονισμός τους. πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα από τα κάτω και όχι εκβιαστικά από τις εξουσίες. κλήρωση ορισμένων αξιωματούχων της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή όλων αυτών που χειρίζονται δημόσιες υποθέσεις, δημόσιο χρήμα και πλούτο. Το τελευταίο σημαίνει δημόσιος ουσιαστικός και διαρκής έλεγχος κάθε εξουσίας, κάθε αξιωματούχου, πράγμα που συνεπάγεται ριζική αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με συμμετοχή της κοινωνίας.
Οι αλλαγές αφορούν σε όλες τις ρητές εξουσίες που υπάρχουν εντός της κοινωνίας: κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και οπωσδήποτε την οικονομική εξουσία, τα ΜΜΕ και την Εκκλησία. Από τις τςλευταίες η οικονομική είναι eo ipso και πολιτική εξουσία. τα ΜΜΕ έχουν τεράστια δύναμη αφού ανήκουν σε ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία  και ασκούν τεράστια ανεξέλεγκτη επιρροή στις συνειδήσεις των ανθρώπων. η Εκκλησία δεν ασκεί μόνο συντηρητική ιδεολογική επιβολή στα εκατομμύρια των πιστών, αλλά ανήκει και στην οικονομική εξουσία αφού χειρίζεται μια τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία - αποτελεί δε κράτος εν κράτει με σκανδαλώδες καθεστώς αφορολόγητου και πληρωμή των μισθών των ιερέων και των μητροπολιτών από το δημόσιο ταμείο.
Οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλες επί μέρους προτάσεις για αλλαγές, αλλά οι βασικές είναι αυτές, οι οποίες θέτουν επί τάπητος την πολιτειακή αλλαγή με Συντακτικές Συνελεύσεις. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορεί να ευδοκιμήσουν χωρίς ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, χωρίς την ριζική αναδιάρθρωση του πλέγματος εξουσίας, που συγκροτείται από θεσμούς, νόμους, δομές, μηχανισμούς, γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά, εκκλησιαστικά. Και δεύτερον, χωρίς κάθαρση του κρατικού μηχανισμού, της κρατικής διοίκησης, και του συνολικού δημοσίου βίου. Αυτό σημαίνει πρωτίστως κατάργηση της υπουργικής και βουλευτικής ασυλίας και άρση όλων των παραγραφών των πολιτικών αδικημάτων από το 1974 και μετέπειτα, εκδίκασή τους από μία αναδιαρθρωμένη δικαστική εξουσία, ουσιαστική εφαρμογή του «πόθεν έσχες» και πραγματική τιμωρία των ενόχων (επιστροφή των κλεμμένων, πρόστιμα, δήμευση περιουσιών, κ.λπ).
Χρειάζεται επομένως μία συνειδητή δράση της κοινωνίας για τη ριζική αναδιάρθρωση του εδραιωμένου ολιγαρχικού πλέγματος εξουσίας. Το συμπέρασμα από τις κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι πως υπάρχει ένα σημαντικό πλήθος ανθρώπων  που έχει απεγκλωβισθεί από το κομματικό σύστημα, επιθυμεί να υπάρξει αυτόνομα και να δράσει για την άμεση δημοκρατία. Το μέγιστο λάθος θα είναι το πλήθος αυτό να επιστρέψει στα αδιέξοδα των κομμάτων, των εκλογών και της αντιπροσώπευσης. Άλλωστε έχει γίνει εμφανές τοις πάσι ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια στα κοινοβούλια, αλλά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή σε οργανισμούς που δεν εκλέγονται από κανέναν λαό, αλλά από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως και πριν από την έλευση της τρόικας, το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Συνεπώς η εναπόθεση των ελπίδων σε αυτά είναι μάταιη, αδιέξοδη και μαζοχιστική. Με άλλα λόγια ο μόνος δρόμος εξόδου από την τρόικα και την παρακμή, από την κομματοκρατία και την ολιγαρχία είναι η ανάληψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινωνία, δηλαδή οι πλατείες, οι συνελεύσεις, η αυτοπληροφόρηση, η αλληλογνωριμία, η αλληλεγγύη, το μοίρασμα, ο αυτοκαθορισμός και οι αυτόνομες δράσεις. Είναι ο μόνος δρόμος προς την άμεση δημοκρατία.


(Εποχή, 31 Ιουλίου 2011)





[Aπό το βιβλίο του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014]


ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ




    Οι πρωτόγνωρες συγκεντρώσεις και συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες της χώρας έθεσαν ως βασικό στόχο την άμεση δημοκρατία. Όμως τα ΜΜΕ, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τα κόμματα προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν  το σημαντικώτατο αυτό ζήτημα και επικέντρωσαν στις άλλες πλευρές των συγκεντρώσεων. Η συμπεριφορά τους δηλώνει φόβο επειδή οι συνελεύσεις δεν ελέγχονται από όλους αυτούς, επειδή στις συγκεντρώσεις κατέβηκαν εκατοντάδες χιλιάδες που οι ίδιοι ποτέ δεν θα συγκέντρωναν, επειδή τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις είναι συλλήβδην απαγορευμένα στις πλατείες. Το κύριο όμως είναι ότι φοβούνται την άμεση ενεργοποίηση της κοινωνίας, διότι κάτι τέτοιο τους υπερβαίνει, τους παραγκωνίζει, τους καθιστά άχρηστους και περιττούς. Με άλλα λόγια οι παραδοσιακοί κάτοχοι της εξουσίας (κυβέρνηση, κοινοβούλιο, κόμματα, ΜΜΕ, συνδικαλιστές) φοβούνται τη δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία, διότι στην περίπτωση αυτή η κοινωνία αποκτά το δικό της αδιαμεσολάβητο πρόσωπο, αρχίζει να αυτοπροσδιορίζεται και να αυτοοργανώνεται, να απεγκλωβίζεται από τους επιβλαβείς κομματικούς, αντιπροσώπους, κρατικοδίαιτους μυστικοσυμβούλους και γραφειοκράτες, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.
Αυτός είναι και ο αναγκαίος όρος ύπαρξης της άμεσης δημοκρατίας: αυτοσυγκρότηση και αυτοκαθορισμός, λήψη των αποφάσεων από τις λαϊκές συνελεύσεις, από την ίδια την κοινωνία, εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δυνάμεις της. Ο καινοφανής τρόπος πολιτικής δράσεως που δημιουργείται στην πλατεία, θέτει εκ των πραγμάτων, από την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία του, ένα νέο πολιτικό περιεχόμενο και στόχο, που έρχονται σε ριζική αντίθεση με το υπάρχον κομματοκρατικό σύστημα.
Το τελευταίο έχει φθάσει στα όριά του, έχει τόσο αναισθητοποιηθεί και αποκτηνωθεί, που δεν είναι σε θέση ούτε καν να τηρήσει ορισμένα προσχήματα, λ.χ. να περικόψει ουσιαστικώς τα προνόμια των βουλευτών και των άλλων υψιλόμισθων υπαλλήλων του, να καταργήσει τη βουλευτική και την υπουργική ασυλία, να φορολογήσει τούς μέχρι τώρα νομίμως και παρανόμως φοροδιαφεύγοντες ή να στείλει φυλακή ορισμένους πολιτικούς. Αντιθέτως, συνειδητοποιώντας την ευθύνη του για τη χρεοκοπία και την ανίκανότητά του για κάποια δημιουργική πολιτική, το ολιγαρχικό σύστημα προσπαθεί, υπό το κράτος του πανικού και του κυνισμού, να επωφεληθεί όσο γίνεται, να αυξήσει και να περισώσει την σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος αποκτηθείσα περιουσία του. Είναι δε προκλητικότατο διότι συγκαλύπτει όλα τα μεγάλα σκάνδαλα, του Βατοπεδίου, της Ολυμπιάδας, των αμυντικών εξοπλισμών και κυρίως το μεγαλύτερο όλων, της Siemens, με τα οποία ζημιώθηκε το δημόσιο με πολλά δισ. ευρώ, αυξήθηκαν το έλλειμμα και το χρέος. Επί πλέον ετοιμάζεται για νέες αφαιμάξεις από τα δάνεια των Μνημονίων, αφού η βουλευτική και υπουργική ασυλία εξακολουθούν ακόμη να προτρέπουν προς την απληστία και την ασυδοσία, να εξασφαλίζουν την ατιμωρησία του πολιτικού προσωπικού.    
Έχει ειπωθεί ότι μία ουσιαστική αλλαγή γίνεται όταν οι από πάνω δεν μπορούν πια και οι από κάτω δεν θέλουν πια. Ο πρώτος όρος συμβαίνει και ο δεύτερος έχει αρχίσει να αναδύεται. Ήδη οι συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στις πλατείες είναι ένδειξη πως ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θέλει πια αυτό το διεφθαρμένο και επικίνδυνο σύστημα. Η αλλαγή στην κοινωνία αρχίζει να διαγράφεται και μάλιστα είναι διαφορετική από προηγούμενες. Είναι ειρηνική, μαζική, αυτοκαθοριζόμενη, με αποστροφή σε κόμματα, σε κάθε είδους ηγέτες και αποτυχημένες ιδεολογίες. Αντιτίθεται στη βία και επενδύει στην κοινωνική ωρίμανση, στην ευρύτερη συλλογική συμμετοχή, στην ελεύθερη συζήτηση, στη λήψη των αποφάσεων μέσα από συνελεύσεις και σαφείς πλειοψηφίες. Αυτή η αμεσοδημοκρατική στάση καθορίζει και τους πολιτικούς στόχους για αλλαγή του αντιπροσωπευτικού ολιγαρχικού συστήματος προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας. για ριζική πολιτειακή αλλαγή με τη δημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν την συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων  και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας - άμεσα, χωρίς διαμεσολαβητές, χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα.
Τέτοιοι θεσμοί είναι: τοπικές και ευρύτερες συνελεύσεις, δημοψηφίσματα από τα κάτω και όχι από τα πάνω, πρωτοβουλία για νομοθετικές ή συνταγματικές αλλαγές από την ίδια την κοινωνία, αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, εκλογή ή κλήρωση ατόμων που θα εκτελούν τις αποφάσεις των συνελεύσεων και των δημοφηφισμάτων, θα είναι δε ανά πάσα στιγμή υπόλογα και ανακλητά. Μόνο έτσι θα αλλάξει το διεφθαρμένο ολιγαρχικό πλέγμα εξουσίας που συγκροτείται από θεσμούς και νόμους, από δομές και μηχανισμούς, από γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – οικονομικά, κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά.          


(Ελευθεροτυπία, 19 Αυγούαστου 2011)



​[Από το βιβλίο του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014]


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΙΑ
ΤΗΣ  ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ
ΣΤΗΝ  ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
    
H νεοελληνική κοινωνία βρίσκεται στα πρόθυρα πλήρους καταρρεύσεως. Έχει καταστεί πλέον εμφανής η αδυναμία του κομματικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να αποτρέψει την χρεοκοπία. Όχι μόνο διότι αυτό την οδήγησε στη σημερινή απελπιστική κατάσταση, αλλά και διότι αυτό την οδηγεί σε χειρότερη με την υποδούλωσή του στο ΔΝΤ και τα «Μνημόνια». Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες επιβάλλεται να βρεθεί ένας διαφορετικός δρόμος. Για να υπάρξει όμως αυτός πρέπει πρωτίστως να κατανοηθεί στην ουσία της η χρεοκοπία και κυρίως τα αίτια που οδήγησαν σε αυτήν, διότι η κατανόησή αυτή αποτελεί μέρος του ορθού δρόμου προς την έξοδο.
Η ελληνική κρίση είναι βεβαίως οικονομική και έχει διεθνή εξάρτηση (ιδίως ευρωπαϊκή) από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διανομής, από τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών-τραπεζών και από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Χωρίς να υποτιμούμε τον διεθνή ορίζοντα της ελληνικής κρίσεως και χωρίς να επιμένουμε αποκλειστικώς στις ελληνικές παθογένειες, θα εξετάσουμε εδώ κυρίως τις εσωτερικές αιτίες στις οποίες αυτή οφείλεται, καθώς και τις δυνατότητες που υπάρχουν για πολιτικές δράσεις.


Η πολιτική και κοινωνική παρακμή


Η ελληνική κρίση που έλαβε διαστάσεις χρεοκοπίας, προϋπάρχει της παγκόσμιας. Έχει ξεκινήσει πολύ πριν από το 2008, με πρώτα σημάδια στη δεκαετία του ’80. Το 1985 ο τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Δ. Χαλικιάς προειδοποίησε τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου πως η χώρα κινδύνευε με στάση πληρωμών και η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να πάρει δάνειο από την τότε ΕΟΚ. Από το 1992 η κατάσταση του χρέους και των ελλειμμάτων εμφανίζεται προβληματική και το ΔΝΤ προειδοποιεί δημοσίως την ελληνική κυβέρνηση.  Αυτό επιβεβαιώνεται με την ομολογία του οικονομολόγου και πρώην πρωθυπουργού Α. Παπανδρέου (από τους βασικούς υπεύθυνους της καταστροφής) ότι «αν δεν αφανίσουμε την υπερχρέωση της χώρας θα μας αφανίσει αυτή». Εν συνεχεία, με την εξωπραγματική και παράλογη ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων το 1997 η χώρα εγκλωβίζεται στην αύξηση του δανεισμού και του χρέους. Από το 2001, με την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη και το ευρώ με ψευδή στοιχεία, τα οικονομικά μεγέθη επιδεινώνονται συνεχώς με κορύφωση την περίοδο 2004-2009 της ολέθριας διακυβέρνησης Καραμανλή Β΄.  Τον Ιούνιο του 2009, ο αρμόδιος επίτροπος για τις οικονομικές υποθέσεις Χοακίμ Αλμούνια ανακοίνωσε ενώπιον των υπουργών της Ε.Ε., και προειδοποίησε την ελληνική κυβέρνηση,  ότι το έλλειμμα της Ελλάδας στο τέλος του έτους θα υπερέβαινε το 10%, άρα η χώρα βάδιζε προς την πτώχευση.
Η απελπιστική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν λοιπόν γνωστή στην ιθύνουσα πολιτική και οικονομική τάξη από τη δεκαετία ‘90. Όμως, το κομματοκρατικό σύστημα όχι μόνο δεν μπόρεσε να χειρισθεί την κρίση, αλλά την επιδείνωσε με τη διαφθορά και τις ασυλλόγιστες δαπάνες για τις συντεχνίες, με τις παροχές για τις ανάγκες του πελατειακού συστήματος, με τους ασύστολους διορισμούς στο δημόσιο, τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, την αδυναμία για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής κ.ά. Η κρίση λοιπόν εκτός από οικονομική, είναι  πολιτική και εσωτερική. Την πορεία προς την χρεοκοπία απεργάσθηκαν η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία. Την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν την επέβαλε η Γερμανία, η Γαλλία ούτε οι ΗΠΑ, αλλά τα δύο μεγάλα κόμματα και η άρχουσα οικονομική τάξη. Είναι γνωστό ότι ο Κ. Καραμανλής Α΄ πίεζε προς όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να κάμψει αρνήσεις και δυσπιστίες. Επί πλέον, η πολιτική και οικονομική ιθύνουσα τάξη θέλησαν και επεδίωξαν από τη δεκαετία του ’90 την είσοδο στην Ευρωζώνη και στο ευρώ - δεν τους εξεβίασε κανείς Ευρωπαίος. Οι ίδιες επίσης ιθύνουσες τάξεις, χωρίς να τις υποχρεώσει κανείς, επέλεξαν από το 1988 ήδη να αναλάβουν την μεγαλομανή και καταστρεπτική Ολυμπιάδα του 2004. Τις επιλογές αυτές στήριξαν επί τριάντα πέντε έτη τα παντοδύναμα ΜΜΕ, η συντριπτική πλειονότητα των διανοουμένων, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και το 80–85% των ψηφοφόρων, πράγμα που σημαίνει κοινωνική συναίνεση και καθιστά την κρίση κοινωνική.


Ο κοινοβουλευτισμός είναι ολιγαρχία, όχι δημοκρατία


Η χρεοκοπία έχει επομένως συγκεκριμένους ενόχους, είναι τα δύο κόμματα που άσκησαν την εξουσία επί τριάντα πέντε έτη, είναι οι πρωθυπουργοί, οι υπουργοί, oι βουλευτές και λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι που έλαβαν τις αποφάσεις, που θέσπισαν νόμους, που χειρίσθηκαν τα χρήματα των φορολογουμένων, δηλαδή που προέβησαν στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, στη λεηλασία του δημοσίου χώρου, στη διαπλοκή και τη διαφθορά.  Κυρίως είναι οι θεσμοί και η δομή του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος που επέτρεψαν την άφρονα πολιτική. Η δομή του είναι αυστηρώς ολιγαρχική: οι ολίγοι λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους, ασκούν την εξουσία προς όφελος δικό τους και των ολίγων ισχυρών επιχειρηματιών, των τραπεζών και των ΜΜΕ. Το κομματοκρατικό σύστημα κακώς αποκαλείται δημοκρατία, είναι μία καθαρότατη ολιγαρχία. Ιδίως εν Ελλάδι έλαβε τη μορφή της οικογενειοκρατίας, της φαυλοκρατίας, της μιντιοκρατίας και της κλεπτοκρατίας.   
Η κατάσταση αυτή έγινε δυνατή επειδή η οικονομική ελίτ δεν ελέγχεται από την πολιτική εξουσία και  η τελευταία δεν ελέγχεται από κανέναν, ούτε καν από τη δικαστική εξουσία. Οι βουλευτές και οι υπουργοί φρόντισαν, εκτός των άλλων προνομίων τους, να εξασφαλίσουν νομοθετικώς και συνταγματικώς την ατιμωρησία τους για την ανομία, την διαφθορά και την ανικανότητά τους. Δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ ουδείς κοινωνικός έλεγχος, η κοινωνία απουσίαζε όλα αυτά τα χρόνια από την πολιτική σκηνή.


Τα αδιέξοδα της Αριστεράς και του οικονομισμού


Στη λογική του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, του κρατισμού και του λαϊκισμού κινήθηκε και η Αριστερά. Συνετέλεσε με τον τρόπο της στην απαξίωση και λεηλάτηση του δημοσίου χώρου, υποστηρίζοντας όλες τις διεκδικήσεις κάθε συντεχνίας, από τους υπαλλήλους της βουλής και των ΔΕΚΟ μέχρι τα μπλόκα των αγροτών και των φορτηγατζήδων. Αντί για τον πολιτικό και ταξικό αγώνα η Αριστερά έθεσε ως ανομολόγητο στόχο της τον αντικρατικό αγώνα, την ιδιοποίηση δηλαδή του δημοσίου χρήματος από τις προνομιούχες συντεχνίες, μέσω του κομματικού συνδικαλισμού. Υποκατέστησε το κεφάλαιο και την ολιγαρχία με το κράτος, με μία πτυχή του κράτους, το δημόσιο ταμείο. Από την άλλη όμως ευνόησε την κρατική διόγκωση και τον κρατισμό, αφού στοιχεία της αριστερής ιδεολογίας είναι οι κρατικοποιήσεις και οι εθνικοποιήσεις, οι οποίες στη λογική της είναι «σοσιαλιστικές» και «αντικαπιταλιστικές» πρακτικές. Ο διεφθαρμένος, παρασιτικός και αποτυχημένος γραφειοκρατικός καπιταλισμός των πρώην κομμουνιστικών κρατών δεν έχει διδάξει τίποτε στην Αριστερά, η οποία παραμένει δέσμια των αφερέγγυων και παρωχημένων ιδεολογιών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.    
Από την άλλη, στο επείγον και φλέγον ερώτημα «τι να κάνουμε;», η Αριστερά προτείνει για την έξοδο από την παρακμή την κατάργηση του Μνημονίου, τη στάση πληρωμών, την αναδιάρθρωση του χρέους, την έξοδο από την ευρωζώνη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή ριζικές αλλαγές χωρίς να εξηγεί ποιος θα τις χειρισθεί. Παραμένει δηλαδή δέσμια του οικονομισμού, ο οποίος έχει αποτύχει παντού όπου εφαρμόσθηκε. Οι οικονομίστικες λύσεις αποκομμένες από την πολιτική, από την ενημέρωση και τη συμμετοχή της κοινωνίας οδηγούν στην αποτυχία. Η Αριστερά προβάλλει επίσης ως πανάκεια την προσφυγή στις εκλογές, τη στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι αυτές όχι μόνο δεν λύνουν τα προβλήματα, αλλά επιπλέον τα συγκαλύπτουν και τα επιδεινώνουν.


Η αποτυχία του εθνικισμού


Από τα ΜΜΕ και από συντηρητικές, θεολογικές, εθνικιστικές πλευρές γίνονται εκκλήσεις στο πατριωτικό και εθνικό συναίσθημα, προτείνονται κινήσεις και κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» για «απελευθέρωση» από τους ξένους (την Τρόικα, τους Γερμανούς κ.ά). Ο εθνικισμός έχει οδηγήσει τη χώρα σε αδιέξοδα και καταστροφές. Το πρόβλημα δεν είναι εθνικό, αλλά πολιτικό και ταξικό. Δεν πλήττονται όλοι οι Έλληνες από τα μέτρα, παρά μόνο τα κατώτερα και τα μεσαία στρώματα, ενώ τα ανώτερα ευνοούνται σκανδαλωδώς λ.χ. οι τράπεζες με τις κολοσσιαίες κρατικές ενισχύσεις, η εργοδοσία με την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία που, ακόμη μία φορά, δεν φορολογείται. Δεν υπάρχει «κατοχή» της χώρας απο ξένες δυνάμεις, όπως διαδίδεται από τις πλευρές αυτές. Η κατοχή οφείλεται στην εγχώρια πολιτική-οικονομική ολιγαρχία. Η αντίθεση δεν είναι ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους, ανάμεσα στις «δυνάμεις του έθνους» και τους ξένους που «μας επιβάλλουν τα μέτρα», αλλά ανάμεσα στην κοινωνία από τη μια και την εγχώρια πολιτική-οικονομική ολιγαρχία από την άλλη. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα στα κατώτερα-μεσαία στρώματα από τη μια και την πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία από την άλλη.


Επανεφεύρεση της πολιτικής


Κανένα κόμμα, καμία προσωπικότητα, καμία κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή τεχνοκρατών και οικονομολόγων δεν μπορεί να δώσει λύση. Ενώπιον αυτού του αδιεξόδου οι λύσεις δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικές. Εφ’ όσον η χρεοκοπία οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, η λύση πρέπει να είναι κυρίως πολιτική. Πρέπει η πολιτική να επανέλθει στο προσκήνιο, να αποκτήσει προτεραιότητα. Πολιτική όχι με την έννοια των εκλογών και των κομμάτων - οι εκλογές δεν μπορούν να φέρουν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος που χρειάζεται η κοινωνία, αλλά επιβάλλουν την εναλλαγή στην εξουσία των διεφθαρμένων και ανίκανων να λύσουν τα προβλήματα κομμάτων.
Η πολιτική εννοείται εδώ με την ουσιαστική έννοια, την αμφισβήτηση από την ίδια την κοινωνία των χρεοκοπημένων εξουσιών, των εγκαθιδρυμένων θεσμών, κανόνων και σημασιών. Η πολιτική έχει σχέση με τους πολίτες και όχι με τους επαγγελματίες πολιτικούς, παράγεται από την κινητοποίηση των ανθρώπων που θέλουν να γίνουν πολίτες, δηλαδή να μην είναι ψηφοφόροι, ακροατές, οπαδοί και υπήκοοι,  αλλά να συμμετέχουν άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας. Αυτή είναι και η ουσία της (άμεσης) δημοκρατίας: η συμμετοχή των πολλών στην άσκηση της εξουσίας - ουσία που έχει αλλοιωθεί από την αντιπροσώπευση, τα κόμματα και τους «ειδικούς». Εφ’ όσον οι κεντρικές πολιτικές αποφάσεις αφορούν όλη την κοινωνία πρέπει να λαμβάνονται από όλη την κοινωνία. εφ’ όσον οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται από όλους πρέπει να θεσπίζονται από όλους. Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από τους πολίτες και όχι από τους πολιτικούς. οι νόμοι πρέπει να θεσπίζονται από το σύνολο και όχι (απλώς) για το σύνολο. Η δημοκρατική αντίληψη που υποβαστάζει όλα αυτά είναι ότι στα πολιτικά ζητήματα δεν υπάρχουν «ειδικοί» και «επαΐοντες», αλλά όλοι είναι ικανοί και όλοι πρέπει να συμμετέχουν στην εξουσία υπό όλες τις μορφές της. Μόνο η πολιτική με αυτή την έννοια μπορεί να αλλάξει την κατάσταση προς το καλύτερο, προς μία άλλη πορεία προς όφελος των πολλών και όχι των ολίγων.


Αυτοοργάνωση και αυτοπροσδιορισμός


Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται να υπάρξουν πρωτοβουλίες από τα κάτω, συμμετοχή της κοινωνίας και ανεξαρτησία από τις παραδοσιακές μορφές των αποτυχημένων κομματικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών. Η κύρια μορφή και ο βασικός σκοπός των πρωτοβουλιών θα είναι ο αυτοπροδιορισμός από τη βάση και η συλλογική αυτοοργάνωση, που αντιτίθενται και συγκρούονται διαρκώς με τη γραφειοκρατικοποίηση, τους ηγέτες και τα κόμματα. Αυτό δηλαδή που έγινε από τις 25 Μαΐου 2011 στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες της χώρας.
Οι συνελεύσεις και οι συζητήσεις στις πλατείες ανέδειξαν μία νέα αντίληψη για την πολιτική, στον αντίποδα της επικρατούσας, και διαμόρφωσαν τα βασικά σημεία της. Οι στόχοι που τέθηκαν εμπράκτως ήταν οι τοπικές και ευρύτερες συνελεύσεις  - στις οποίες συζητούνται όλα τα προβλήματα,  και εξασφαλίζουν τη γνωριμία και την αλληλεγγύη. επίσης η επαφή και η συνεργασία με άλλες ομάδες και συνελεύσεις. τα τοπικά και ευρύτερα ουσιαστικά δημοψηφίσματα από τα κάτω. Όταν χρειάζεται ορίζονται αιρετές ή κληρωτές επιτροπές, οι οποίες εκφράζουν και εφαρμόζουν τις αποφάσεις της συνέλευσης, είναι υπόλογες στη συνέλευση και ανά πάσα στιγμή ανακλητές από αυτήν. Εφαρμόζεται η κυκλικότητα, η εναλλαγή των ατόμων και η μικρή διάρκεια στη θητεία τους. Οι στόχοι αυτοί αφορούν και στην γενική πολιτική οργάνωση σε εθνικό επίπεδο, και απαιτούν γενναία συνταγματική αλλαγή. Τη στιγμή που, υπό την πίεση της κοινωνικής αντίδρασης και του κινήματος στις πλατείες, το ίδιο το σύστημα προτείνει για τον εξωραϊσμό του μεταρρυθμίσεις τις οποίες μέχρι σήμερα θεωρούσε αδύνατες, η κοινωνία πρέπει να απαιτήσει τη ριζική και ουσιαστική αλλαγή του συστήματος προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής όλων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας. Είναι ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν το πραγματικό τους νόημα έννοιες όπως «ελευθερία», «ισότητα», «δικαιοσύνη», «συμμετοχή», «κοινωνικός έλεγχος», «κοινό συμφέρον». Μόνο έτσι θα γλιτώσει η κοινωνία από τους καταστροφείς της. Εάν η ίδια η κοινωνία δεν μπορεί να σωθεί από μόνη της δεν μπορεί να τη σώσει κανείς.
Η απουσία της κοινωνίας από την πολιτική συνετέλεσε στην παρακμή και στη χρεοκοπία, διότι άφησε ανεξέλεγκτη την εξουσία. Υπήρχε η εντύπωση πως η αποκλειστική ασχολία με τις ιδιωτικές υποθέσεις και το προσωπικό συμφέρον δεν δημιουργούσε προβλήματα. Η πραγματικότητα απέδειξε το αντίθετο. Μπορεί εμείς να μην ασχολούμαστε με την πολιτική εξουσία, αυτή όμως είναι εκεί, ασχολείται με εμάς. Χρειάζεται λοιπόν να εγκαταλείψουμε τον παλιό κομματικό ή αδιάφορο και α-πολιτικό εαυτό μας και να δράσουμε. Χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας τον παλιό ανίκανο και διεφθαρμένο κομματοκρατικό κόσμο, να εγκαταλείψουμε το αποτυχημένο ολιγαρχικό σύστημα. Για να επιτευχθεί η ουσιαστική συμμετοχή, η άμεση δημοκρατία, χρειάζονται επειγόντως νέες αντιλήψεις και ιδέες, νέοι θεσμοί και νόμοι, νέες διαδικασίες και αξίες. «Σε εποχές αλλαγών, όπως η σημερινή, ό, τι δεν είναι νέο είναι ολέθριο».




Μία πρώτη μορφή μοιράσθηκε στην πλατεία Συντάγματος τον Ιούνιο 2011.
Πολίτες, αρ. 34, Ιανουάριος 2012

[Από το βιβλίο του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Δημιουργώντας ξανά την πολιτική, Athens School, 2021]




ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ 2011


Tα τελευταία χρόνια με την παγκόσμια οικονομική κρίση που οφείλεται στην αποτυχία του οικονομικο-πολιτικού συστήματος, έγινε φανερό σε περισσότερους πως το σύστημα αυτό ενδιαφέρεται μόνο να υπηρετήσει και να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των ανώτερων τάξεων, των τραπεζών, των κομμάτων, των πολιτικών και αυτό ήταν άλλωστε και η βασική αιτία της κρίσης. Έγινε επίσης εμφανής η απροθυμία του συστήματος και η αδυναμία  του να δημιουργήσει λύσεις για το σύνολο, για το κοινό συμφέρον, για την βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων, για την προστασία του  περιβάλλοντος. Αποκαλύφθηκε με άλλα λόγια η ανικανότητά του και ο ακραιφνής ολιγαρχικός χαρακτήρας του. Οπότε, μεγάλα τμήματα των κοινωνιών απογοητευμένα από αυτό, από τις παραδοσιακές κομματικές δυνάμεις και τις ιδεολογίες τους, στράφηκαν σε άλλους δρόμους, αναζητώντας άλλους τρόπους πολιτικής δράσης για μία άλλη διακυβέρνηση και πολιτεία, και διεκδίκησαν την πραγματική δημοκρατία, την άμεση. Έτσι υπήρξε στην κεντρική πολιτική σκηνή από την πλευρά της κοινωνίας μία σημαντική πολιτική πρωτοβουλία, το κίνημα των πλατειών το 2011 για άμεση δημοκρατία. Από ό,τι φάνηκε αυτό ήταν προσωρινό, ήταν όμως σημαντική εμπειρία και παρακαταθήκη.
Είναι σημαντικό να κεφαλαιοποιηθεί η εμπειρία αυτή στην πορεία προς την επανεμφάνιση της πολιτικής, για την μελλοντική δράση, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει αναλυτικά εδώ. Μπορεί όμως να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις. Η αλήθεια είναι ότι εκεί που πήγαινε να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κίνημα για ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, προέκυψαν διάφορες παρεκτροπές και περισπασμοί από αριστερά κόμματα και οργανώσεις, όπως ο αντιμνημονιακός μονισμός, το «Δεν πληρώνω» και η πρόταση για «Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου». Οι στόχοι αυτοί δέκα χρόνια μετά έχουν εντελώς ξεχασθεί, πράγμα που δείχνει ότι ήταν λανθασμένοι και λειτούργησαν ως εκτόνωση. Υπήρξε, δηλαδή από τη μία, οικονομικός προσανατολισμός  προερχόμενος από τον εκ γενετής οικονομισμό της Αριστεράς, κατάλοιπο της μαρξικής ιδεολογίας, και από την άλλη, μία αντιπολιτευτική κατεύθυνση. Εκεί που πήγαινε να δημιουργηθεί πολιτική, μετατράπηκε σε αντιπολίτευση, σε μάχη οπισθοφυλακής, σε αμυντική στάση. με άλλα λόγια η δημοκρατική προοπτική εμποδίσθηκε από τις αντιπολιτευτικές, κομματικές και εκλογικές επιδιώξεις της Αριστεράς. Επικράτησαν τα βραχυπρόσθεσμα οικονομικά σλόγκαν που κατέληξαν αργότερα, μετά το τέλος των πλατειών, σε έναν κυβερνητισμό προερχόμενο από κοινοβουλευτικές ψευδαισθήσεις περί αριστερής αντιπροσώπευσης («πρώτη φορά Αριστερά»), η οποία θα καταργούσε τα μνημόνια και θα κατατρόπωνε την ΕΕ και το ΔΝΤ!
Το κίνημα, επικεντρωνόμενο κυρίως στον αντιμνημονιακό στόχο, παρουσίασε μία μεγάλη αδυναμία όσον αφορά το όραμα που εξ αρχής απέκτησε, την άμεση δημοκρατία («Άμεση δημοκρατία τώρα»): δεν επεξεργάσθηκε και δεν πρότεινε κάποιες συγκεκριμένες ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές στην κατεύθυνση αυτή για τις οποίες θα έδινε τον αγώνα. Έλειπε δηλαδή η στρατηγική, ο καθορισμός των στόχων και η προσπάθεια για την επίτευξή τους. Η έλλειψη καθορισμού των στόχων δεν ήταν τόσο ζήτημα επιλογής, αλλά κουλτούρας. Εδώ συναντάμε έναν αποφασιστικό παράγοντα για την πολιτική πορεία: την πραγματολογική και πολιτική γνώση εκ μέρους των υποκειμένων και των κινημάτων για το συγκεκριμένο σύστημα και την συγκεκριμένη κοινωνία μέσα στην οποία κινούνται. Δεδομένης της παθητικότητας των κοινωνιών και ιδιαιτέρως της νεοελληνικής, η οποία διακρίνεται από μεγάλα ελλείμματα παιδείας, αγωγής, κουλτούρας και δημοκρατικής παράδοσης, καθώς επίσης από την απουσία μιας ουσιαστικής συλλογικής ταυτότητας, είναι εύλογο ότι οι ευκταίες αλλαγές μπορούν να εννοηθούν και να πραγματοποιηθούν μόνο ως πορεία με διαδοχικά βήματα, ως πορεία με θεσμικές αλλαγές. Έλειπε λοιπόν από το κίνημα η πραγματολογική γνώση για το νεοελληνικό σύστημα και την νεοελληνική κοινωνία και γι’ αυτό υπήρξε η αδυναμία για προτάσεις συγκεκριμένων θεσμικών αλλαγών. Έλειπε η ίδια η αντίληψη για μία πορεία θεσμικών αλλαγών, δηλαδή η μέριμνα για την στρατηγική. Και στρατηγική σημαίνει αλλαγή του ήδη υπάρχοντος θεσμού με ένα νέο θεσμό, κατάργησή του και αντικατάστασή του από έναν άλλον.
Η έλλειψη αυτή φάνηκε ιδιαιτέρως στην κρίσιμη περίοδο μετά από την μεγάλη συγκέντρωση και τον αποκλεισμό της Βουλής στις 15 Ιουνίου. Παρά την άγρια καταστολή εκ μέρους της κυβέρνησης και του κράτους, η κυβέρνηση του Γ. Α. Παπανδρέου ουσιαστικά είχε απονομιμοποιηθεί και ήταν σε ετοιμόρροπη κατάσταση – κατάσταση που ήταν αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, και μετά την ανακατάληψη και την ανασυγκρότηση της συνέλευσης,  θα μπορούσε η «πλατεία Συντάγματος» να καταφέρει σημαντικές θεσμικές αλλαγές, αλλά δεν τις διεκδίκησε, δεν ήταν έτοιμη, διότι είχε προσανατολισθεί στον αντιμνημονιακό στόχο. Από την στιγμή που δεν υπήρξε η παρέμβαση αυτή για θεσμικές αλλαγές, οι προστάτες της κυβέρνησης σε εξωτερικό και εσωτερικό την στήριξαν ξανά. Αλλά πλέον αυτή δεν μπορούσε να διατηρηθεί και τέσσερεις μήνες μετά αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση του τραπεζίτη Παπαδήμου υποστηριζόμενη από τα αστικά κόμματα, και έτσι αποκαταστάθηκε η ομαλή πορεία του συστήματος.
Έκτοτε η έλλειψη αυτή για μία πορεία θεσμικών αλλαγών δεν καλύφθηκε, υπάρχει πάντα κενό, το οποίο καλύπτεται από τους κομματικούς σχηματισμούς και είναι αυτοί που παράγουν γεγονότα, είναι αυτοί που κερδίζουν την μάχη. Οπότε τίθεται ένα βασικό πολιτικό ερώτημα: Γιατί μετά τις πλατείες δεν υπήρξε μία πολιτική συνέχεια, τουλάχιστον με την παρουσία των ιδεών της άμεσης δημοκρατίας στο πολιτικό σκηνικό; Για την αναζήτηση των αιτιών περιορίζομαι στην Ισπανία και στην Ελλάδα που είναι και ο χώρος που καταλαβαίνουμε καλύτερα και μας αφορά άμεσα. Στην Ισπανία το ρεύμα της αμφισβήτησης οδηγήθηκε αφ’ ενός στην διεκδίκηση κοινωνικών και οικονομικών στόχων και αφ’ ετέρου στην ίδρυση ενός νέου κόμματος (Podemos) που έλαβε αξιοσημείωτα εκλογικά ποσοστά, αλλά εντάχθηκε στο υπάρχον πολιτικό σύστημα με αμφισβητούμενα δημοκρατικά αποτελέσματα, όπως έδειξε η συνέχεια.
Όσον αφορά στην Ελλάδα, μία πρώτη αιτία για την πολιτική α-συνέχεια είναι ότι μετά το τέλος του κινήματος των πλατειών και στο κλίμα της κινηματικής και πολιτικής ύφεσης που επακολούθησε, ένα μέρος του κόσμου που κατέβηκε στις πλατείες πίστεψε ότι μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική λύση μέσω της Αριστεράς, η οποία προσφέρθηκε να καλύψει το πολιτικό κενό, το ρήγμα, που δημιουργήθηκε στο σύστημα από την δυναμική των πλατειών. Ίσως ήταν ανάγκη ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας να δοκιμασθεί και η Αριστερά πρώτη φορά σε κυβερνητικές ευθύνες. Η Αριστερά όμως ως γνήσια πολιτικάντικη οργάνωση πρόσφερε αφειδώς υποσχέσεις και ψεύδη για σχίσιμο των μνημονίων και ένα λαμπρό μέλλον, δίχως να επεξεργασθεί ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα θεσμικών αλλαγών. Δυστυχώς η «πρώτη φορά Αριστερά» απέτυχε παταγωδώς, διότι απροετοίμαστη και ανώριμη ενεπλάκη στα κομματικά παιγνίδια, στη δημαγωγία και στον λαϊκισμό. Αποτελέσματα ήταν από τη μία η απογοήτευση του κόσμου και από την άλλη η παλινόρθωση του αποτυχημένου, ανίκανου και διεφθαρμένου συστήματος.
Ένας άλλος παράγοντας που συνετέλεσε στην απουσία «συνέχειας» ήταν το γεγονός ότι τα άτομα τα οποία είχαν μία άλλη εικόνα της πολιτικής και της δημοκρατίας δεν στάθηκαν ικανά, διατηρώντας τις διαφορετικές απόψεις τους για θέματα περιεχομένου, μορφής, τακτικής ή στρατηγικής, να βρουν έναν κοινό παρονομαστή, ώστε να αποτελέσουν μια συλλογικότητα και να διατηρήσουν ανοικτό το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας στον δημόσιο χώρο, εμπλουτίζοντάς το με θεωρητικές και πολιτικές αναπτύξεις καθώς επίσης με εκδηλώσεις και δράσεις, εξηγώντας και διαδίδοντας τις δημοκρατικές ιδέες.   
Ένας τρίτος  παράγοντας για την αποδυνάμωση του ριζοσπαστικού κινήματος που δημιουργήθηκε στις πλατείες έγκειται στο ότι, μετά από την εμφάνιση του ρεύματος της άμεσης δημοκρατίας και ως άμεσο επακόλουθο, παρουσιάσθηκαν διάφορες καινοφανείς ιδέες και νέα εγχειρήματα, όπως κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, αυτοδιαχείριση, ομότιμη παραγωγή, απομεγέθυνση, κοινά, «κοινότητες», ελεύθερη ενημέρωση μετά το μαύρο στην ΕΡΤ το 2013. Αυτά αντικατέστησαν τα παλαιότερα δοκιμασμένα και αποτυχημένα εγχειρήματα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, της οικολογίας, των ιδεολογημάτων της Αριστεράς και απορρόφησαν κόσμο, ενέργεια και δυναμική από τις πλατείες, δίνοντας την αίσθηση της συνέχειας. Αυτά τα νέα αξιόλογα εγχειρήματα αναζητώντας νέες εκφράσεις και νέα πεδία δραστηριοτήτων, αναφέρονται και στην άμεση δημοκρατία. όμως τις περισσότερες φορές το κάνουν συγκεχυμένα, χρησιμοποιώντας την με  διαδικαστικό και εργαλειακό τρόπο, χωρίς να εξηγούν τις αρχές, τους θεσμούς, την μορφή του πολιτεύματος και της διακυβέρνησης που αντιστοιχούν σε αυτήν, χωρίς  να ενδιαφέρονται να την αναδείξουν ως σκοπό της πολιτικής δράσης. Ζουν έτσι και καλλιεργούν την ψευδαίσθηση της άμεσης δημοκρατίας.
Τα εγχειρήματα αυτά λειτουργούν εξ αντικειμένου στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ασχολούμενα με ακτιβισμούς, με ειδικά και περιφερειακά ζητήματα, μακριά από τις ανάγκες για μια κεντρική και σαφή πολιτική κίνηση. Απουσιάζουν από τον κεντρικό πολιτικό χώρο, από την αντιπαράθεση με τις δομές της εξουσίας και την επιδίωξη θεσμικών αλλαγών, χωρίς ένα  κεντρικό πολιτικό όραμα. Δεν επεκτείνονται έξω από τα στενά τους  όρια για  να παραγάγουν μια πολιτική μετασχηματισμού. Παραμένουν τοπικά και αμυντικά εγχειρήματα, δεν μπορούν να συγκροτήσουν μία εναλλακτική, μία σοβαρή αντίπαλη κατάσταση στην πολιτική σκηνή, παραμελούν την σφαιρική αντίληψη για την κοινωνία και το σύστημα, δεν μπορούν να δημιουργήσουν πολιτική, ίσως λειτουργούν ως υποκατάστατο της πολιτικής. Ο ακτιβισμός και ο φετιχισμός των γεγονότων αποκρύπτει την γενική ουσία. τα επιμέρους κάνουν να ξεχνιέται το όλον. Λέγονται πολλά για το σύστημα εκτός από αυτό που πραγματικά είναι: ετερόνομο και ολιγαρχικό. και εκτός από αυτό που πραγματικά χρειάζεται να γίνει: αλλαγή θεσμών.
Οι λόγοι γι’ αυτή την τάση τοπικής και περιθωριακής δραστηριότητας, εκτός από αυτούς που ήδη ανέφερα, μπορούν να αναζητηθούν και στην μεταμοντέρνα Αριστερά, που επηρεάζεται από τους Φουκώ, Μπαντιού, Χαρντ-Νέγκρι, Μουφ, Χολλογουέη και Αγκάμπεν. Οι διανοούμενοι αυτοί υποστηρίζουν πως μία νέα πολιτική πρέπει να διακόψει με τον φετιχισμό της κεντρικής εξουσίας, να σταματήσει να έχει ως στόχο την σύγκρουση μαζί της και να ασχοληθεί με πιο «μοριακά» ζητήματα καθημερινού ενδιαφέροντος και άμεσης αποτελεσματικότητας. Αυτή όμως η μεταστροφή και η αποφυγή της κεντρικής πολιτικής δεν είναι μία άλλη πολιτική, αλλά ένα σύμπτωμα της γενικευμένης κρίσης που διέρχεται τις τελευταίες δεκαετίες η Αριστερά και οι διανοούμενοί της. είναι επί πλέον και μία ένδειξη ότι αυτοί δεν μπορούν να συλλάβουν τα μεγάλα διακυβεύματα που θέτει αμείλικτα η πραγματικότητα, και κυρίως την αμφισβήτηση της κεντρικής ολιγαρχικής εξουσίας.   
Συνεπώς, οι εναλλακτικές που επελέγησαν μετά τις πλατείες οδήγησαν σε αδιέξοδο. ούτε η δημιουργία νέου «ελπιδοφόρου» κόμματος στην Ισπανία, ούτε η ανάθεση σε κόμμα της Αριστεράς στην Ελλάδα, ούτε τα κατά τόπους οικονομικά, κοινωνικά, οικολογικά εγχειρήματα ούτε οι ομιχλώδεις θεωρίες των μεταμαρξιστών οδήγησαν σε πολιτικό διέξοδο. Επί πλέον συνέτειναν στην αποχώρηση της πολιτικής από τον δημόσιο χώρο.
Η σύγχυση της άμεσης δημοκρατίας με τις διαδικασίες και της πολιτικής με τον ακτιβισμό έχει άμεση συνέπεια την απουσία πολιτικής. Μένει έτσι ελεύθερο το πεδίο στις παραδοσιακές κομματικές και ιδεολογικές δυνάμεις, οι οποίες ανασυντάσσονται ελεύθερα, διαμορφώνοντας την ολιγαρχική κυριαρχία τους, την αυταρχική εξουσία τους, την συνολική επιθετική συμπεριφορά τους. Μένει επίσης ελεύθερο το πεδίο στην Αριστερά που παραμένει ο μόνος φανταστικός «αντίπαλος» στο σύστημα και έτσι λυμαίνεται και λεηλατεί ποικιλοτρόπως τον ευρύ δημοκρατικό χώρο, συντελώντας στην ιδεολογική και πολιτική του αποψίλωση. Υπάρχει συνεπώς ανάγκη για κάτι νέο στο πολιτικό πεδίο, του οποίου τις δυνατότητες και τις συνθήκες εξετάζω στο επόμενο κεφάλαιο.






Picture
http://www.costis.org